Αυτή η μπροσούρα εκδίδεται με αφορμή τα τρία χρόνια της κατάληψης Μαύρη Γάτα. Είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν μια συζήτησης που ξεκίνησε στο εσωτερικό της συλλογικότητας. Μια απόπειρα διερεύνησης της επιλογής να δημιουργήσουμε έναν αυτοοργανωμένο χώρο με αφετηρία τα δικά μας βιώματα και εμπειρίες. Σε αυτή την διαδικασία οδηγηθήκαμε προσπαθώντας να κατανοήσουμε την πολιτική σημασία που μπορούν να έχουν τέτοιοι χώροι σε μια ριζοσπαστική προοπτική. Για εμάς αυτή η προοπτική περιλαμβάνει έναν ευρύ μετασχηματισμό σε επίπεδο αντιλήψεων και κουλτούρας. Σκεφτήκαμε σε σχέση με τα όρια των δυνατοτήτων των στεκιών αλλά και τις διάφορες μορφές αυτοπαγίδευσης μέσω της "αδιάλλακτης καθαρότητας" ή του "αφελούς εναλλακτισμού" που μπορούν να προκύψουν μέσα σε αυτά και να υπονομεύσουν την ριζοσπαστική τους δυναμική.

Τα κείμενα συνοψίζουν το αποτέλεσμα ενός κύκλου συζητήσεων με θέμα τον ρόλο των κοινωνικών στεκιών ως δομών, τις σχέσεις που προωθούν μεταξύ των ανθρώπων, την αυτοοργάνωση σε μια καθημερινή βάση. Η αναζήτηση έγινε με βάση την κοινή μας εμπειρία, μέσω της συλλογικής διαδικασίας της συνέλευσης. Η τελική σύνθεση αποβλέπει στην παρουσίαση αυτής της αναζήτησης με τρόπο που να εμπεριέχει τόσο το προσωπικό όσο και το συλλογικό. Γι αυτό άλλωστε και κάποια από τα κείμενα είναι γραμμένα με ιδιαίτερα προσωπικό ύφος.

Η πολιτική διάσταση της διαδικασίας της αυτοοργάνωσηςτων αναγκών, της δημιουργίας ελεύθερων χώρων πολιτικού προβληματισμού δεν είναι κάτι το αυτονόητο ούτε υπάρχει από μόνη της. Χαρακτηρίζεται όμως από τις προθέσεις των ανθρώπων που την πραγματώνουν στο βαθμό που μπορεί αυτή να αναχθεί σε επιλογή. Επιλογή καθόλου άσχετη με τις επιλογές μιας κοινωνίας θεατών, μια επιλογή που μας φέρνει κάθε μέρα απέναντι σε δεκάδες άλλες εχθρικές επιλογές. Έτσι η συζήτηση σε αυτό το έντυπο επικεντρώνεται σε ένα κομμάτι μιας παράλληλης διαδικασίας που έχει δύο πόλους: την αυτοοργάνωση από τη μια και την αντίσταση από την άλλη.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ

Οι πρώτες επισκέψεις στη Μαύρη Γάτα ήταν (σωτήρια) αποκαλυπτικές για μένα: η θεσσαλονίκη δεν ήταν μόνο τα αποστειρωμένα πανεπιστήμια, ναοί της πλήξης .Υπήρχαν κάποιοι που είχαν εντοπίσει την απάτη στην πόλη των χαρούμενων βιτρινών και των μίζερων ανθρώπων και που η διάθεση τους ήταν πολεμική απέναντι του. Δεν ήμουν μόνη μου.

Στο σπίτι για πρώτη μου φορά συνάντησα ανθρώπους να αρνούνται την έννοια της ιδιοκτησίας και για αυτό να κάνουν κατάληψη, να συζητάνε μεταξύ τους με σεβασμό χωρίς να χρειάζονται κάποιον να τους συντονίσει, να τρώνε χωρίς να χρειάζονται ταμία να τους αναγκάσει να πληρώσουν για να βγάλουν τα έξοδα τους. Από τις γωνίες του σπιτιού άρχισαν να μου χαμογελούν γαργαλιστικές υποψίες ότι τα πράγματα μεταξύ των ανθρώπων μπορούν και να μην είναι έτσι όπως, μαμά, μπαμπάς, καθηγητάδες μου έμαθαν, ότι μπορούν να είναι και αλλιώς, ότι εγώ μπορώ να είμαι αλλιώς, να ξαναγεννηθώ και να διαλέξω εγώ το όνομα μου χωρίς να με Βαφτίσουν! Και ότι αν αυτό το «αλλιώς» δεν υπάρχει, επειδή το καταβρόχθισε ένα τέρας που το λένε ομοιομορφία, εμείς δεν έχουμε άλλη επιλογή απ' το να το δημιουργήσουμε. Να ανταγωνιστούμε τον κόσμο της πλήξης και να αρχίσουμε να παίρνουμε πίσω αυτά που μας έχει κλέψει: την ένταση, την ηρεμία, το κορμί, την ομορφιά, τη τρέλα μας. Όλα. Τώρα.

Να περιμένω να γίνει η επανάσταση, αυτό δε γίνεται. Η αναμονή είναι ο καθημερινός βιασμός μου από το σύστημα, δεν μπορώ να τη δεχτώ ως επαναστατική πρακτική. Έχω περιμένει πάρα πολύ -να τελειώσει το σχολείο, να τελειώσει το πανεπιστήμιο, να τελειώσει ο χειμώνας να 'ρθει το καλοκαίρι να πάω διακοπές -για να περιμένω και την επανάσταση μπας και δω καμία άσπρη μέρα (άσε που πιο πιθανό είναι να βρέξει γιαούρτια). Αρκετά με τις αναμονές, η ζωή είναι ιερή, είναι δικιά μου και είναι τώρα. Το να συνεχίζω να επιτρέπω άλλοι να ορίζουν το πώς θα την περνάω, είναι σαν να κλείνω μάτια, μύτη και στόμα και να περιμένω να σκάσω, θέλω να καθορίζω εγώ τον τόπο διαμονής μου, το φαγητό μου, τον τρόπο και το περιεχόμενο της μόρφωσης και της εργασίας μου, της μουσικής (ψυχαγωγία). «Ελευθέρια σημαίνει να έχεις την εξουσία, όχι να ελέγχεις άλλους ανθρώπους, αλλά τις περιστάσεις της

Φλερτάροντας, όμως, με την ιδέα της ελευθερίας, σαστίζω με το πόσο σκλαβωμένη είμαι. Ξεκλειδώνεται η συνείδηση και δεν μπορώ να κλείνω τα μάτια μου απέναντι στο ότι αυτός ο τρόμος που τον λέμε κόσμο, έχει φτιάξει τη φύση μου στα μέτρα του. Βασισμένος στο «θα», στο αύριο και στην αναμονή, μου κλέβει τις στιγμές μου. Βιαστικός αυτός, ανυπόμονη και αγχωτική εγώ, όλος γκρι τσιμέντο και πλαστικό αυτός, όνειρα άχρωμα και σφιγμένα σαγόνια όταν κοιμάμαι εγώ, με το φόβο για θεμέλιο αυτός, δειλή εγώ.

Το να αντιπαρατεθώ σε αυτόν τον πολιτισμό, που κατασκευάζει νευρωτικούς ανθρώπους και να προβάλω τη δίκη μου νεύρωση, αυτοοργανώνοντας έναν καινούριο πολιτισμό και μέσα από αυτόν μια καινούρια φύση, μόνο αυτό μπορεί να με κάνει αρχικά να αντέξω και στη συνέχεια να αντισταθώ.

Μα η αυτοοργάνωση , εκτός από μοναδική επιλογή σ' αυτόν τον κόσμο, είναι για μένα ο πιο σκληρός καθρέφτης που με φέρνει αντιμέτωπη με ένα είδωλο που θέλει να αυτοοργανωθεί, και με ένα που έχει μάθει να τα έχει όλα έτοιμα, θέλει να μάθει να συζητάει, μα πώς να σπάσει τη σιωπή που υπήρξε νόμος στη του όπως του δίδαξαν, θέλει να ξεπεράσει τις κανονικές και αποξενωμένες σχέσεις, μα δυσκολεύεται να βρει τον τρόπο καθώς είναι μολυσμένο με όλες τις βλακείες που κυριαρχούν στη « κανονική » πραγματικότητα, την εξουσία, τη νωθρότητα, την ανταγωνιστικότητα, και ο κατάλογος τελειωμό δεν έχει.

Στο στέκι άρχισα να σημαδεύω τον εχθρό, μα τότε κατάλαβα ότι ο εχθρός είναι μέσα μου. Και ως παιδί αυτού του κόσμου, τυφλή και κουφή από τον ετεροκαθορισμό των επιθυμιών και των επιλογών μου, δυσκολεύομαι να πάρω την απόφαση.

Να πυροβολήσω ή να μην πυροβολήσω;

Οι απλόχερα από το σύστημα δοσμένες καβάντζες, μου αποκρύπτουν τη σκανδάλη. Χρειάζομαι αλήθειες για να με οπλίζω.

Τα στέκια είναι ή θα' θελα να είναι ανοιχτοί χώροι πρόκλησης για να ανιχνεύουμε τις αλήθειες, ώστε να μπορούμε να ξερνάμε το ψέμα του κόσμου και του μέσα και του έξω. Να ανιχνεύουμε συντροφικότητες για να πολλαπλασιάζεται η δύναμη και πού και πού να λουζόμαστε στο φως της συνάντησης και της αντίστασης.

Να αποφλοιώνουμε τη μάσκα της ζωής. Όλα από εμάς εξαρτώνται.

 

 

Στέγη και κοινωνική πραγματικότητα

Η δημιουργία κοινωνικών στεκιών απαντά πρωταρχικά στην επιθυμία μας για μια άλλη καθημερινότητα και στην αδυναμία μας - ή δύναμη, πείτε το όπως θέλετε - να περιμένουμε την επανάσταση για να τη γευτούμε. Έχουμε ανάγκη την ανθρώπινη επαφή χωρίς διαμεσολαβήσεις, την ουσιαστική επικοινωνία πέρα από τους κατασκευασμένους κοινωνικούς ρόλους και την ισοπεδωτική κενότητα του φαίνεσθαι, την αληθινή συντροφικότητα για την οποία, το εκκωφαντικό ρολόι της αγοράς, που εγγράφει κάθε δευτερόλεπτο στους υπνωτιστικούς ρυθμούς της κατανάλωσης, έχει παύσει εδώ και καιρό να χτυπά. Έχουμε ανάγκη, στην τελική, από χώρους που μας επιτρέπουν να ανασαίνουμε πιο ελεύθερα και να αντλούμε δύναμη για να αντιμετωπίσουμε την αποξενωτική καθημερινότητα, που έχει σκηνοθετήσει για μας η κυριαρχία .

θα ήταν παρόλα αυτά αστείος ο ισχυρισμός, ότι χώροι όπως τα στέκια αποτελούν νησίδες ελευθερίας σε μια κοινωνική πραγματικότητα αλωμένη από την εξουσία. Είμαστε ό,τι είμαστε μέσα και διαμέσου της κοινωνίας, και αυτό δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Έχοντας μεγαλώσει μέσα σε μια κοινωνία ετερόνομη, είμαστε όλοι βαθιά ποτισμένοι από την ετερονομία αυτή και κουβαλάμε τις αξίες αυτής της κοινωνίας από τις οποίες, ορισμένες εξυπηρετούν, βέβαια, την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, οι περισσότερες όμως, κακά τα ψέματα, είναι για πέταμα.

Όταν, φυσικά, μιλάμε για κοινωνικές αξίες, δεν έχουμε στο μυαλό μας μια κοινωνία που αυτοθεσμίζεται και με τρόπο ελεύθερο και ρητό, διαμορφώνει το αξιακό της σύστημα. Άλλωστε η κοινωνία στην οποία ζούμε, λίγη σχέση έχει με μια τέτοια κουλτούρα αυτονομίας. Στην πραγματικότητα, οι αξίες, τα σύμβολα και οι σημασίες που θεωρούνται κεντρικές και προκρίνονται κοινωνικά είναι εκείνες που εξυπηρετούν αυτό που θα ονομάζαμε - αρκετά αφηρημένα και γενικόλογα είναι η αλήθεια, το επιλέγουμε όμως για λόγους συντομίας - «κυριαρχία». Μέσα από τα σύμβολα και τους θεσμούς, οι οποίοι υπάρχουν για να νομιμοποιούν (και νομιμοποιούν διότι υπάρχουν) την κυριαρχία, μαθαίνουμε να υπάρχουμε και εμείς κοινωνικά. Με νήματα που διατρέχουν το χρόνο και το χώρο, η κυριαρχία ελέγχει - για την ακρίβεια φιλοδοξεί να ελέγχει - κάθε εκατοστό της καθημερινότητας μας, κατασκευάζει τις επιθυμίες μας, μας συγκροτεί ως υποκείμενα, διαμορφώνει τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξής μας. Ζώντας μέσα στον ύστερο καπιταλισμό, η ύπαρξή μας έχει σφραγιστεί ανεξίτηλα από τις καπιταλιστικές σχέσεις και τα κεντρικά φαντασιακά που αυτές συνεπάγονται, άσχετα αν επιλέγουμε τελικά την αμφισβήτηση και την αντιπαράθεση με τον πολιτισμό αυτό που μας γεννά. Δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να είμαστε αθεράπευτα αντιφατικοί και αυτή η αντιφατικότητα αντανακλάται και στους κοινωνικούς χώρους που δημιουργούμε και διαχειριζόμαστε. Άλλωστε τα σκατά που κουβαλάμε μέσα μας δεν είναι σαν αυτά που κουβαλάμε στα παπούτσια μας, γι 'αυτό και είναι πιο δύσκολο, μπαίνοντας να τα αφήσουμε στο κατώφλι.

Στα στέκια που αποπειρώνται να λειτουργήσουν με αντιιεραρχικούς όρους, το σύνθημα της κοινωνικής επανάστασης τίθεται κάπως βίαια και απότομα σε μια ρεαλιστική βάση. Εκεί είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε την ισχύ του συστήματος στο πρόσωπο του καθενός μας, εκεί βλέπουμε την δύναμη της συνήθειας σε ένα κόσμο κατακλυσμένο από μηνύματα και ερεθίσματα ιδιώτευσης. Εκεί τέλος είδαμε ότι η άρνηση του συστήματος δεν μπορεί να γίνει υιοθετώντας ένα στυλ ή μια φρασεολογία. Αλλά ακόμη εκεί έρχονται άνθρωποι που έχουν πειστεί από το σύστημα και το υπακούουν, οι οποίοι μάλλον αποτελούντο μεγαλύτερο κοινωνικό κομμάτι. Αντιλαμβάνεται κανείςπόσο δύσκολα αλλάζουν οι άνθρωποι, αλλά και να αλλάξουν σε μια στιγμή πόσο γρήγορα επιστρέφουν στην μίζερη πραγματικότητα. Ο κόπος και η υπομονή που απαιτείται από όλους που υπάρχουν σε ένα κοινωνικό κέντρο για να ξεπεράσουν τις αντιλήψεις και τις συνήθειες που τους δένουν με την εξουσιαστική κουλτούρα, είναι τεράστιος και καταδεικνύει το μέγεθος της δουλειάς που απαιτείται να γίνει, αν αναφερόμαστε σε έννοιες όπως κοινωνική επανάσταση.

 

Η πολιτική φύση ενός στεκιού

Τα στέκια και τα κοινωνικά κέντρα, συνεπώς, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως οάσεις ελευθερίας, γιατί η έρημος δεν είναι μόνο γύρω μας, αλλά και εντός μας. Ακόμη παραπέρα, τα στέκια δεν είναι πολιτικά γραφεία. Δεν είναι χώροι που απλώς επιβεβαιώνονται ιδεολογικές κατευθύνσεις ή γίνονται συζητήσεις σε σχέσεις με τους κακούς θεσμούς και την κακιά εξουσία. Η αντίληψη του πολιτικού ως κάτι αποκομμένου από την καθημερινότητα και τα βιώματα της, η αναγνώριση του ως ένα ανώτερο επίπεδο στο οποίο απεργάζεται η εξουσία τα δόλια σχέδια της παραπέμπει στην λανθασμένη και απλουστευτική αντίληψη, ότι τα πανούργα αφεντικά σχεδιάζουν τα πάντα και εμείς δεν αποτελούμε παρά τα δύσμοιρα θύματα των επιλογών τους. Παραγνωρίζεται, έτσι, το γεγονός ότι ο καπιταλισμός, στη διαπλοκή του με την αστική ηθική, δεν είναι μόνο τα αφεντικά, αλλά κυρίως μια μορφή κοινωνικών σχέσεων και ένας επιβεβλημένος τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τους εαυτούς μας. Σε αυτό το γεγονός χρωστά εξάλλου, την κοινωνική νομιμοποίηση που απολαμβάνει η κυριαρχία, γιατί ο ζωτικός της χώρος δεν είναι κάποια σκοτεινά κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά οι ανθρώπινες συνειδήσεις. Και είναι τέτοια η αποφασιστικότητα με την οποία έχει ριζώσει (η κυριαρχία) στις συνειδήσεις μας, που μας αυτοπαρουσιάζεται πλέον, επενδυμένη με το αδιαφιλονίκητο κύρος του αυτονόητου.

Σύμφωνα με το παραπάνω πολιτικό σκεπτικό, οι επιλογές της καθημερινότητας εξορίζονται από το πεδίο της κριτικής και φυσικά ούτε λόγος για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής καθημερινότητας. Αυτός ο εξορισμός της καθημερινότητας από το πεδίο της πολιτικής αγνοεί τον πραγματικό παραγωγό της υπακοής και του ετεροκαθορισμού, που δεν είναι άλλος από την αναπαραγωγή των καθημερινών σχέσεων Η αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης στα άπειρα καθημερινά μικροεπίπεδα είναι αυτή που παράγει και εμπεδώνει εναρμονισμένες συμπεριφορές, από την ιδιώτευση μέχρι την αποξένωση και κάθε λογής νευρώσεις. Στη συνέχεια το αποδιοργανωμένο όν έρχεται να εφαρμόσει πειθαρχήσει τις αποφάσεις των «αφεντικών» με ανύπαρκτες αντιστάσεις αλλά και με μηδαμινά κίνητρα αντίστασης, καθώς αποτελεί και αυτός^ένα εξάρτημα της μηχανής. Όσες καμπάνιες ενάντια σε κακούς νόμους και αν γίνουν, και όσο και αν διαμαρτυρηθούμε, το πεδίο της καθημερινής αναπαραγωγής παραμένει ανέπαφο, τροφοδοτώντας συνεχώς νέους νόμους και νέες ρυθμίσεις διαχείρισης της καθημερινότητας.

Ταυτόχρονα αυτό το πολιτικό υπερεγώ παρέχει φυσικά και ένα βαθμό ασφάλειας στον εαυτό μας, θέτοντας τις επιλογές της καθημερινότητας στο απυρόβλητο. Έτσι αναπτύσσονται ποικίλες σχιζοειδείς αλλά και αντιφατικές καταστάσεις, όπου η αντίσταση στους θεσμούς δεν παράγεται από το προσωπικό και μικροσυλλογικό παράδειγμα αλλά έχει τη μορφή μια ξεπερασμένης εμμονής κάποιων ρομαντικών. Όπως ο αγνός αντημπεριαλιστής αγωνιστής ο οποίος ζει και κινείται με βάση το αμερικάνικο όνειρο, αυτοεγκλωβιζόμενος από το ξένο για την ίδια του την ύπαρξη πεδίο κριτικής και δράσης (αντιαμερικανισμός), έτσι και ο αγωνιστής της αυτονομίας μπορεί να εντάσσεται σε μια στατιστική του μέσου πολίτη, με αντίστοιχες παρασπονδίες και βίτσια, αλλά με οδηγό τη γλυκεία προσμονή της επανάστασης. Η συνέχεια είναι γνωστή, αναπόφευκτα αφομοιώνεται κανείς, καθώς δεν ορίζεται παρά ως ένα κομμάτι της δημοκρατικής διαδικασίας, όπου ο καθένας μπορεί να λέει και να διακηρύσσει ότι θέλει, αρκεί να μην το κάνει πράξη στη ζωή του. Αυτή η απόσταση μεταξύ της καθημερινής ζωής και των επαναστατικών διακηρύξεων, με ένα αυτόματο τρόπο καθιστά αφερέγγυα οποιαδήποτε απόπειρα διατύπωσης ενός συλλογικού οράματος ελευθερίας. Και αυτό γιατί, η κοινωνική απελευθέρωση δε θα προκύψει- αν ποτέ προκύψει- ως δια μαγείας, από πεφωτισμένες πρωτοπορίες που ξέρουν και αποκωδικοποιούν τα σχέδια της εξουσίας για την καθυπόταξη της ανθρωπότητας, αλλά από την ίδια την κοινωνία, όταν αυτή αναθεωρήσει ριζικά τις αξίες της και κινηθεί προς την ανάδυση νέων φαντασιακών, στην κατεύθυνση της αυτονομίας. Αλλιώς, κινδυνεύουμε μετά τη «Μεγάλη Νύχτα» να βρεθούμε το ίδιο γελοίοι, γυμνοί και μόνοι, και οι ουτοπίες μας να μετεξελιχθούν στους χειρότερους μας εφιάλτες

Με άλλα λόγια και δανειζόμενοι όρους της πολιτικής φιλοσοφίας, η αυτονομία δεν είναι «πέσε πίτα να σε φάω». Δεν κατακτείται σε μια νύχτα αλλά είναι μια συνεχής διαδικασία ρήξης με τις αξίες και τα αυτονόητα του πολιτισμού μας, μια διαρκής κριτική απέναντι στο Υπάρχον, τόσο σε επίπεδο κεντρικών σχεδιασμών, όσο και στο μικρομοριακό επίπεδο των καθημερινών σχέσεων. Ακόμη περισσότερο, είναι μια αντίληψη για την οργάνωση της κοινωνίας και το περιεχόμενο των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά και η δημιουργία κοινωνικών δομών τέτοιων, που να πραγματώνουν και να γειώνουν την αντίληψη αυτή στο κοινωνικό πεδίο. Η αυτονομία δεν είναι μια τελική κατάσταση, η Γη της Επαγγελίας που μας περιμένει μετά την επανάσταση- τέτοιοι μεσσιανισμοί, προσφιλείς στο ριζοσπαστικό χώρο, ανήκουν σε ένα παρελθόν που δυστυχώς δε λέει να παρέλθει- αλλά μια ζωντανή ακόμη, θέλουμε να ελπίζουμε, ιστορική κίνηση. Και αυτή η ιστορικότητα την καθιστά σπερματικά παρούσα στο σήμερα, ως ουσιαστική δυνατότητα, κάθε φορά που κοινωνικά εγχειρήματα επιλέγουν την αυτοοργάνωση και την αυτόδιεύθυνση ως αδιαπραγμάτευτους όρους ύπαρξης και λειτουργίας τους.

Τα στέκια, λοιπόν, σύμφωνα με τη δική μας οπτική, είναι χώροι ταγμένοι στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης. Δημιουργούμε ένα στέκι γιατί δεν υπάρχουν άλλοι χώροι που να μην ελέγχονται από την εξουσία, το κέρδος και την αστυνόμευση, αλλά ταυτόχρονα για να οργανώσουμε την συνάντηση μας με τους δικούς μας όρους. Μια συνεύρεση που ως απώτερο στόχο έχει την κοινωνική απελευθέρωση, αλλά δεν μεταθέτει την ριζοσπαστικοποίηση των όρων ζωής για μετά την επανάσταση. Αντίθετα, αφετηρία μας αποτελούν οι δικές μας ανάγκες και αδιέξοδα εδώ και τώρα, των οποίων όμως η επίλυση έχουμε συνείδηση ότι αποτελεί κομμάτι ενός συνολικότερου αγώνα. Μέσα στα στέκια μαθαίνουμε την αυτοοργάνωση των επιθυμιών μας και εκπαιδευόμαστε στην αντιιεραρχική συνύπαρξη, όσο μας το επιτρέπουν οι οικτροί εαυτοί μας και οι εσωτερικές μας ανεπάρκειες. Δεν προετοιμάζουμε μια εξέγερση που θα πραγματοποιηθεί με ένα μαγικό μηχανισμό αυτόματης ανάφλεξης συνειδήσεων, αλλάζουμε τους εαυτούς μας, προσπαθούμε να κάνουμε βίωμα, μια αντίληψη για το πώς θα μπορούσαν να είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Δοκιμάζοντας την άποψη μας στην πράξη, συρρικνώνουμε τον σκατένιο πυρήνα της ύπαρξης μας, επιχειρούμε τη σύνδεση προσωπικής και κοινωνικής αλλαγής, ποντάρουμε στην ανάδειξη ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου.

Βαθιά μας πεποίθηση παραμένει, ότι η κοινωνική απελευθέρωση δεν μπορεί να είναι υπόθεση εξεγερμένων ατομικοτήτων ή εσωστρεφών ανυπότακτων συλλογικοτήτων, αλλά ζήτημα πρωταρχικά κοινωνικό. Ο αυτοκαθορισμός των όρων ζωής μας δεν αποτελεί προσωπική υπόθεση του καθενός αλλά πρέπει να προσλαμβάνει μια συλλογική μορφή για να μπορεί να είναι αναγνωρίσιμη και σαν επιλογή. Εδώ βρίσκεται η ουσία που διαφοροποιεί τα στέκια από άλλες συλλογικότητες (πολιτικές ομάδες, παρέες, ερωτικά τρίγωνα, τρίγωνα Πανοράματος). Πρόκειται για τη διάθεση, οι αρχές της αλληλεγγύης, της συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, της ισοτιμίας και της αυτοοργάνωσης, να διαχυθούν κοινωνικά, διαβρώνοντας κάθε πτυχή της καθημερινότητας μας και μάλιστα με τρόπο αντιθετικό και επιθετικό- προς το Υπάρχον. Αυτό είναι και το κεντρικό διακύβευμα των κοινωνικών κέντρων και των στεκιών, αν δεν θέλουν να καταλήξουν χώροι αυτοϊκανοποίησης που έχουν ανάγκη το Υπάρχον για να δικαιολογούν τη δική τους ύπαρξη, χώροι εναλλακτικοί που περιορίζονται σε ένα ρόλο αποσυμπίεσης των κρίσεων και των αδιεξόδων που μας επιφυλάσσει η αλγεινή μας πραγματικότητα.

Τα στέκια, λοιπόν, αποτελούν χώρους όπου διεξάγεται ένας διπλός πόλεμος. Στο εσωτερικό πεδίο, ένας πόλεμος συμπεριφορών, αντιλήψεων και συμβάσεων του καθενός με τον εαυτό του αλλά και όλων με όλους, για να μπορούμε να αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας τα αποικημένα από την εξουσία κομμάτια μας. Από την επιτυχή έκβαση αυτού του πολέμου, τουλάχιστον με κριτήριο την ειλικρίνεια, εξαρτάται και στη συνέχεια ο άλλος πόλεμος αυτός ενάντια στην εξουσία και τους θεσμούς της αλλά και ένα πόλεμος νεύρων με το αποκαλούμενο κοινωνικό σύνολο.

Να πάρουμε την πόλη! Αλλά πώς;

Μια απλή απάντηση σε αυτό είναι «με τι άλλο παρά με μια εξέγερση». Το θέμα είναι ότι εκτός του ότι η εξέγερση δεν φαίνεται να πλησιάζει, έχει φανεί ιστορικά ότι κι αν ακόμα έρθει, στις δυτικές καταναλωτικές κοινωνίες, μετά από ένα σημείο αρχίζει και αυτή να γίνεται lifestyle, ένα προϊόν προς κατανάλωση, μια παρένθεση πριν την επιστροφή στην ομαλότητα. Υπό αυτή την οπτική, η εξέγερση με τη μορφή της λύτρωσης είναι τουλάχιστον θρησκευτική. Με μια άλλη ματιά, όμως, οι εξεγέρσεις αποτελούν προσωρινές στιγμές κατάρρευσης του κυρίαρχου συστήματος αξιών, τις οποίες πρέπει να αξιοποιήσουμε για να διαδώσουμε τις ιδέες μας. Επειδή όμως η εξέγερση δεν είναι κάτι που μας αναλογεί (τουλάχιστον ποσοτικά), αλλά το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεισφέρουμε με την όποια δυναμική μας, χωρίς να γινόμαστε τιμητές της (όπως αντίστοιχα δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η εξέγερση στην Αργεντινή ήταν αποτέλεσμα της δράσης των αναρχικών ούτε αυτοί διεκδίκησαν ποτέ κανένα παρόμοιο τίτλο), πρέπει να διερευνήσουμε που αποσκοπούμε. Έχοντας στο μυαλό μας ότι μια αμεσοδημοκρατική κοινωνία θα είναι ευρέως αποκεντρωμένη στο επίπεδο των αποφάσεων, προσπαθούμε να δούμε πια από τα σπέρματα αυτής της αντίληψης μπορούν να γίνουν πράξη εδώ και τώρα.

Μέσα από την εμπειρία αυτών των χρόνων διαπιστώσαμε ότι κάθε εγχείρημα έχει τα όρια του, αλλά και ότι ταυτόχρονα αυτό το εγχείρημα, όσο αποτελεσματικό και αν είναι, δεν μπορεί να κινητοποιήσει πέρα από ένα κομμάτι κόσμου. Αντίστοιχες καταστάσεις ισχύουν και στα πλαίσια του αναρχικού χώρου. Έτσι ο λεγόμενος «χώρος», με τα στέκια και ό,τι άλλο τον αποτελεί, κινείται με μια κυκλικότητα μέσα στο χρόνο, με επαναλαμβανόμενες περιόδους ύφεσης και ακμής, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την κίνηση της εξουσίας. Έτσι οι αναρχικοί αυτόνομοι, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία, γοητεύουν η όχι κόσμο, ο οποίος έρχεται και παρέρχεται. Δεν φαίνεται να υπάρχει μια εξελικτική πορεία που να έρχεται σε ρήξη με την πραγματικότητα του κόσμου της εξουσίας και όταν λέμε πραγματικότητα εννοούμε τους τόπους όπου δουλεύουμε, ζούμε, διασκεδάζουμε, υπάρχουμε. Για να υπάρξει μια έξοδος από την αδιέξοδη αυτή κίνηση πρέπει να παρέμβουμε με κάθε τρόπο ώστε να επαναοικειοποιηθούμε τα σημεία που συνθέτουν την πραγματικότητα μας και μέχρι στιγμής κυριαρχούνται από την εξουσία. Όλα αυτά δεν είναι μόνο θεωρία. Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν μπορούν τα σχέδια μας να πραγματωθούν είναι μια πλαστή αίσθηση, ότι αρκεί να συνθηματολογείς για την αυτοοργανωση ή να συμμετάσχεις σε αυτοοργανωμένες συνελεύσεις και αυτό που απομένει είναι, ότι αφού τα λες τόσο ωραία, να υιοθετηθούν με ένα αυτόματο και μαγικό τρόπο.

Να επιστρέψουμε στους τόπους του ετεροκαθόρισμού

Η επιστροφή στους τόπους του ετεροκαθορισμού σηματοδοτεί την οργάνωση εκεί όπου η εξουσία γίνεται καθημερινά αυτονόητη. Πρόκειται, άλλωστε, για κεντρικό στοίχημα των στεκιών, αν επιθυμούν να εντάξουν τη δράση τους σε μια ουσιαστική προοπτική: κατά πόσο κατορθώνουν, το όποιο επίπεδο αυτονομίας έχουν κατακτήσει, να το δοκιμάζουν κοινωνικά ώστε να απλωθεί σε χώρους, όπου ζουν πραγματικοί άνθρωποι με αντιφάσεις και προβλήματα, χώρους εκ των πραγμάτων αμόλυντους από το μικρόβιο της ιδεολογικής καθαρότητας. Έτσι, πρέπει να κινηθούμε αποκεντρωμένα στις περιοχές της πόλης, με βάση ένα ομοσπονδιακό μοντέλο αυτοοργάνωσης, όπου σε κάθε συνοικία και περιοχή να είμαστε ευπρόσωποι και διακριτοί. Αυτή η αναγνωρισιμότητα πρόσωπο με πρόσωπο είναι η μόνη επιλογή σε μια δημοκρατία θεατών. Να αναπτύσσω σχέσεις, να οργανώνω την αντίσταση μου για αυτό που κάνω, γι αυτό που είμαι καθημερινά και όχι γι αυτό που το θέαμα ορίζει ως μυθολογία και δυσφήμηση. Επιπλέον, αυτό το ομοσπονδιακό μοντέλο οργάνωσης σε τοπικό επίπεδο ξεπερνάει τον σκόπελο των ορίων που έχουν οι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι. Αυτή η επιλογή δεν είναι μια τακτική, αλλά είναι πολύ ουσιώδης, στο βαθμό που αποτελεί προβολή στο παρόν μιας αυτοδιεθυνόμενης κοινωνίας.

Και αυτό δεν έχει να κάνει με μια απόπειρα, από την πλευρά μας, να επιβάλουμε στο κοινωνικό σύνολο το δικό μας φαντασιακό, ούτε να προδιαγράψουμε, με την απατηλή ασφάλεια της Αυθεντίας, την πορεία της ιστορίας. Καταθέτουμε το κοινωνικό μας όραμα, ελπίζοντας ότι θα οπλίσει νέα κοινωνικά προτάγματα, στην κατεύθυνση πάντα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Το όραμα της κοινωνικής αυτονομίας δεν αποτελεί ένα συμπαγές πολιτικό πρόγραμμα που εγγυάται την έλευση της αταξικής κοινωνίας, ούτε φιλοδοξεί να είναι μια αναλυτική θεωρία η οποία, με (ψεύδο)επιστημονικά εργαλεία, προεξοφλεί την ιστορική εξέλιξη. Αρκούμαστε στη βεβαιότητα ότι την ιστορία μας τη φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι (ιστορικό οξύμωρο το ότι αυτό αποτελεί κατεξοχήν μαρξική παρακαταθήκη) και ότι η κοινωνία θα συνεχίσει να ζει μέσα στη μαλακία, εκτός και αν επιλέξει η ίδια την έξοδο της από την ετερονομία. Και ξέρουμε ότι αν αυτό συμβεί, θα συμβεί με όρους και τρόπους για τους οποίους, τα ερμηνευτικά μας εργαλεία και η πιο τρελή μας φαντασία, θα αποδεικνύονται πάντα τραγικά ανεπαρκή.